
08 – 09 IAΝΟΥΑΡΙΟΥ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΧΟΖΕΒΙΤΩΝ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ο Όσιος Γεώργιος γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Κύπρου από γονείς ευσεβείς. Είχε και ένα μεγαλύτερο αδελφό που τον έλεγαν Ηρακλείδη. Αυτός λοιπόν, όταν ακόμα ζούσαν οι γονείς τους, πήγε στους Αγίους Τόπους για να προσκυνήσει. Αφού προσκύνησε, κατόπιν πήγε στη Λαύρα του Καλαμώνας που βρισκόταν κοντά στο σημερινό μοναστήρι του Αββά Γερασίμου στον Ιορδάνη και εκεί έγινε μοναχός. Ο δε Γεώργιος παρέμεινε κοντά στους γονείς του. Αργότερα πέθαναν οι γονείς του και ο Γεώργιος έμεινε ορφανός. Τότε τον παρέλαβε μαζί με την κληρονομιά του ο θείος του, που είχε μια μοναχοκόρη και ήθελε να τον κάνει γαμπρό του. Ο Γεώργιος όμως δεν ήθελε να παντρευτεί και έφυγε στον άλλο του θείο, που ήταν ηγούμενος σ’ ένα Μοναστήρι. Αλλά επειδή ο προηγούμενος θείος του πίεζε τον αδελφό του ηγούμενο ν’ αφήσει τον Γεώργιο να φύγει από το μοναστήρι, ο Γεώργιος έφυγε κι από ‘κει και πήγε στον αδελφό του Ηρακλείδη στη Λαύρα του Καλαμώνος. Άλλ’ επειδή ήταν νεαρός τον οδήγησε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την λεγόμενη Χοζεβά που βρίσκεται σε μια ερημική και άγρια χαράδρα κι είναι κοντά στην αρχαία Ρωμαϊκή οδό, που οδηγεί από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. Εκεί πλέον ο Γεώργιος αφού έγινε μοναχός, έζησε αυστηρά ασκητική μοναχική ζωή. Η φήμη της αρετής του ήταν μεγάλη και τα άγια έργα του δίδαξαν πολλούς. Τελικά, ειρηνικά παρέδωσε την αγία του ψυχή στον Θεό.
Στή μονή Χοζεβά στα Ιεροσόλυμα, είχανε οι πατέρες αγρυπνία των δύο Ιεραρχών Αθανασίου καί Κυρίλλου, 18 Ιανουαρίου είχανε έλθει στην αγρυπνία κί οι Ασκητές όπως σήμερα έρχονται τίς Κυριακές. Τήν νύκτα είχε βρέξει λίγο. Τό πρωί οί ασκητές πατέρες, μετά την αγρυπνία πήρε ό καθένας τόν τορβά του, μέ τήν ευλογία που τούς παραχωρεί ή Μονή, λίγο λάδι παξιμάδι όσπρια καί ότι άλλο παρηγορητικό ύπάρχει στή Μονή και γυρίζανε στά άσκητήρια τους στή χαράδρα. Τρεις γέροντες έρημίτες, ένας Kpιτικός Βαρνασούφιος καί δυό Πελοποννήσιος Αλέξιος Ιερομόναχος καί πνευματικός ιών ερημιτών πατέρων καί ό μοναχός Ιουστίνος, μείνανε πίσω άπό τούς άλλους ασκητές. Γυρίζοντας έξω από τή μονή είδαν σαληγκάρια. Λέγει ό Γέρων Βαρνασούφιος «Πατέρες δέ μαζεύουμε μερικά σαλιγκάρια νά φάμε τό έδέσιμο τής ημέρας;» Άφησαν τούς τορβάδες καί σκαρφαλωμένοι στά βράχια μάζευαν σαλιγκάρια. Σ’ ένα σημείο ό γέρων Βαρνασούφιος αίσθάνθηκε «άρρητη εύωδία». Ρώτησε τούς άλλους άν αίσθάνθηκαν κί αύτοί άλλά άπάντησαν άρνητικά. Ό Γέρων μέ άπορία δέν μπορούσε νά καταλάβη τί ήταν ή εύωδία. Ή έρημος ήταν κατάξερη, δέν είχε ούτε πράσινο φύλλο, ούτε λουλούδι, κάτι μυστήριο είχε συμβή. Σέ λίγο διεπίστωσε ότι ή εύωδία έβγαινε άπό μιά μικρή τρύπα, ή όποία είχε δημιουργηθεί μέ τή διάβρωση τού λιγοστού χώματος πού ύπήρχε στήν πλαγιά. Ήταν ή είσοδος τού σπηλαίου, όπου είχαν τοποθετήσει τά λείψανα τών πατέρων πού σφαγιάσθηκαν. Καί ή εύωδία ήταν τών άγίων λειψάνων.
Σιγά σιγά καί οί άλλοι δυό μοναχοί αισθανόντουσαν τήν άρρητη αύτή εύωδία πιό έντονη. Ό Γέρων έφθασε στήν τρύπα χωρίς νά τό θέλει, προσηλωμένος στά σαλιγκάρια, έκεΐ αίσθάνθηκε πιό δυνατή τήν εύωδία. Τότε κατάλαβε ότι εκεί μέσα στήν έρημο κάτι έχει. Άφησε τά σαλιγκάρια χάμω καί μέ τά χέρια του έβγαλε τά χώματα, μεγάλωσε τήν τρύπα καί μέ τήν κοιλιά σέρνοντας, μετά άπό τρία- τέσσερα μέτρα βάθος, βρέθηκε ό Γέρων οτό κενό τού σπηλαίου. Σηκώθηκε κι είδε τά σώματα τών Αγίων άκέραια, μέ τά μαλλιά των καί τίς σάρκες τους, σάν νά τούς είχανε βάλει έκείνην τήν ώραν στό σπήλαιο. Ό Γέρων έσκυψε κι έπιασε ρούχα καί σάρκες, αλλά βλέπει καί στά χέρια του αίματα. Φοβήθηκε ό Γέρων έμεινε ξηρός νομίζοντας ότι είναι φαντασία, δαιμονική πείραξη. Όταν όμως ειδε πώς καί μετά τήν μικρή προσευχή δέ χάθηκαν τότε κατάλαβε ότι είναι οι σφαγιασθέντες πατέρες.
Φώναξε καί τούς άλλους δυό γέροντες, μπήκαν και αύτοί μέσα, είδανε τά άκέραια σώματα, προσκύνησαν καί βγήκαν έξω. Ήλθαν στό μοναστήρι καί είπαν τι και πώς είδαν. Αμέσως ό ήγούμενος κι οί Πατέρες της Μονής μέ θυμιατά, άμφια,καί λαμπάδες, καμπάνες και σήμαντρα, πήγαν στό σπήλαιο. Μπήκαν μέσα και είδαν οστά καθαρά, χωρίς σάρκες καί ράσα. Αλλά μέχρι μερα, ύπάρχουν ρούχα μέ τά αίματα, πόρπες ,ζώνες,τεμάχια άπό τά σχήματα Αρχιερέων, καί τεμάχια απο τα ωμοφόρια. Οί πατέρες γύρισαν στή Μονή καί οί γέροντες ερημίτες γύρισαν στά άσκητήρια τους. Ό Γέρων Βαρσανούφιος πού είχε μπει πρώτος στό σπήλαιο βρισκόταν σέ μεγάλη σκέψη και άπορία καί παρακαλούσε τόν Κύριο κάθε μέρα νά τού δείξει τί είναι αυτοί άραγε σωσμένοι ή κολασμένοι.

