
Οἱ Ἀγγελιαφόροι Ἀρχάγγελοι, Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ
~Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου
Κάποτε διηγήθηκε ἕνας Ἱερεὺς ἀπὸ τὴν ἐπαρχία, γιὰ τὸ πῶς ὁ παπποῦς του Γεώργιος Γανοματίδης, ἀπὸ τὸν Πόντο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπὸ τὶς «χαμένες πατρίδες» [ὀρθ. «Ἀλησμόνητες Πατρίδες»], ὅπως τὶς ἀποκαλοῦμε σήμερα, ἐκλήθη στὸ μέγα Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης.
Ὅταν ἦταν περίπου 35 ἐτῶν, ἔγγαμος καὶ πατέρας πέντε παιδιῶν, ἕνα βράδυ ξενυχτοῦσε προσευχόμενος σ᾿ ἕνα σταῦλο, δίπλα σὲ μιὰ ἀγελάδα του, ποὺ δυσκολευόταν νὰ γεννήση καὶ γι᾿ αὐτὸ συνεχῶς τὸ ζῶο μούγκριζε φοβερά.
Ξαφνικὰ βλέπει μπροστά του δύο νέους, μὲ ἀστραφτερὲς λευκὲς στολὲς ποὺ κρατοῦσαν στὸ χέρι ὁ καθένας τους ἀπὸ ἕνα κερί, καὶ ἐξέπεμπαν τόσο φῶς, ποὺ πλημμύρισε ὅλο τὸν σταῦλο. Οἱ δύο αὐτοὶ ὁλόλαμπροι νέοι τοῦ εἶπαν μὲ μιὰ φωνὴ νὰ τοὺς ἀκολουθήσει. Κι᾿ ἐκεῖνος σηκώθηκε ἀμέσως καὶ τοὺς ἀκολουθοῦσε.
Ἔτσι ἔφθασαν μπροστὰ στὴν εἴσοδο τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στοὺς Ταξιάρχες. Ἡ πόρτα ἄνοιξε ἀπὸ μόνη της, καὶ μπῆκαν μέσα στὸ ναό, ποὺ ὅλος φωτίσθηκε, ἀπὸ τὸ ὁλόλαμπρο φῶς τῶν δύο παραδόξων αὐτῶν κεριῶν, ποὺ κρατοῦσαν οἱ δύο νέοι, καὶ ἀστραπιαίως ἐκείνη τὴν στιγμὴ πληροφορήθηκε, ὅτι οἱ δύο νέοι ἦσαν οἱ Ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ.
Προχώρησαν οἱ Ταξιάρχες μέχρι τὴν Ὡραία Πύλη. Ἐκεῖ τοῦ ἔκαμαν νόημα νὰ σταματήση. Μόλις στάθηκε ἀκίνητος, ἄνοιξαν ἀπὸ μόνα τους τὰ βημόθυρα τῆς Ὡραίας Πύλης. Μπῆκαν μέσα οἱ Ἀρχάγγελοι καὶ ξαναβγῆκαν ἀμέσως, κρατώντας ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ ἕνα Ἅγιο Ποτήριο. Καὶ δείχνοντάς τα, τοῦ εἶπαν μὲ μιὰ φωνή :
– Μὲ ΑΥΤΑ, θὰ ὑπηρετήσης τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, σὲ ἀντικατάστασι τοῦ Ἱερέως ποὺ πρότινος ἐκοιμήθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου μας καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῆς. Καὶ ξαφνικὰ ὅλα χάθηκαν. Καὶ αὐτὸς βρέθηκε μέσα στὸν ἱερὸ Ναό, μπροστὰ στὴν ἀνοιγμένη Ὡραία Πύλη, ἐνῶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα λαμποκοποῦσαν τὸ Ἅγιο Ποτήριο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο ὄρθιο.
Σταυροκοπήθηκε πολλὲς φορὲς μὲ δέος καὶ εἶπε:
– Νά᾿ ναι εὐλογημένο. Ἐγὼ ἀγράμματος εἶμαι, σχολεῖο ἱερατικὸ δὲν πῆγα, πῶς θὰ γίνουν αὐτὰ τώρα; Ἀλλὰ ἂν εἶναι θέλημά Σου, Θεέ μου, ὅλα νὰ εἶναι εὐλογημένα!…
Καὶ ἀφοῦ ἐδόξασε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς Ἀρχαγγέλους, ἔφυγε ἀμέσως καὶ πῆγε στὸ σταῦλο. Ἡ ἀγελάδα του ἤδη εἶχε γεννήσει ἕνα μοσχαράκι ποὺ βέλαζε μὲ εὐχαρίστησι. Ὁ οὐρανὸς ἦταν ξάστερος, τὸ φεγγάρι ὁλόλαμπρο. Ὅλη ἡ φύσις ἐχαίρετο αὐτὴ τὴν παράδοξη παρουσία τῶν Ἀρχαγγέλων σ᾿ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο. Σὲ λίγες μέρες ὅλο τὸ χωριὸ ὑπέδειξε τὸν κ. Γανοματίδη γιὰ Ἐφημέριο στὸν Ἐπίσκοπο τῆς Ἐπαρχίας. Ἔτσι ὁ γανοματὴς καὶ ἀγρότης (φαίνεται πῆρε τὸ ἐπώνυμό του ἀπὸ τὴν δουλειά, τὴν ὁποία ἔκανε), τὸ καμάρι τοῦ χωριοῦ, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγρυπνίας, τῆς νηστείας καὶ τῆς προσευχῆς, ἔγινε ὁ παπᾶς τοῦ χωριοῦ, ὁ παπα-Γιώργης.
Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ πορεία, σελ. 37-39, Πειραιὰς 2011.