
Όποιος σιμώνει στον Χριστό,
δεν φωνάζει· χαμογελά!
Μέσα στ’ αθόρυβο φώς γεννιέται η καλοσύνη,
σαν άγρια βιολέτα στην πέτρα,
δε ρωτά για ανταπόδοση,
ούτε για θαυμασμό μόνο δίνει.
Το χέρι της απλώνεται
όπως το φώς του πρωινού σε παραθύρι φτωχό·
και το χαμόγελο της
είναι το πρώτο τραγούδι που μαθαίνει η ψυχή.
Όποιος περνάει και δε βλέπει,
δεν είναι φτωχός· είναι κλειστός.
Δεν του ‘λειψε η αγάπη,
μα του ‘λειψε το βλέμμα που τη γνωρίζει.
Περάσανε οι μέρες που ο κόσμος χαιρετούσε
με τίμια σιωπή και με καρδιά·
τώρα γελάει με δόντια ψεύτικα,
κι η σοφία του είναι ένα χρηματιστήριο ψυχών.
Αναθρέφει παιδιά με τρόμο και με πλεονεξία,
χτίζει σπίτια και ναούς με πίσσα και μέταλλο,
μα ξεχνά το ταπεινό νερό,
ξεχνά το καρβέλι που ευλόγησε η μάνα του με δάκρυα.
Αλλοίμονο, λέω,
πώς στράβωσε έτσι η ψυχή
να φαντάζει βάρος η αγάπη,
και σκλαβιά η ταπείνωση!
Μα πιο αλλοίμονο,
που όποιος την καλοσύνη φυλάει,
τον λένε ανόητο και σαλό.
Μα εσύ, εσύ που ακόμα διψάς
πιες απ’ τη βρύση της γαλήνης.
Μπες στο ταπεινό σου δωμάτιο,
κι εκεί, στο μυστικό σου θαλάμι,
θα λάμψει ο ίδιος ουρανός με της ανατολής το στήθος.
Μην τρέμεις τη φτώχεια,
τρέμε την πείνα της ψυχής·
γιατί ο φτωχός στην καρδιά
δεν καταλαβαίνει την ομορφιά,
μόνο ζητιανεύει την εξουσία.
Όποιος έκλαψε για την αδικία
και δεν πικράθηκε για τον εαυτό του,
δεν αγάπησε στ’ αλήθεια·
γιατί η αληθινή αγάπη ξεκινάει
από τη θλίψη για το ίδιο μας το σκοτάδι.
Αγάπησε την ησυχία που δεν είναι μοναξιά,
αγάπησε τον εαυτό σου δίχως να τον κανακεύεις,
και τότε η ψυχή σου θα γίνει φτερούγα·
όχι για να πετάξει ψηλά,
μα για να σκύψει με ελπίδα.
Όποιος σιμώνει στον Χριστό,
δεν φωνάζει· χαμογελά.
Δεν κρίνει· ακούει.
Δεν μαζεύει· προσφέρει.
Κι έτσι γνωρίζει τη χαρά που δεν χρειάζεται λόγια.
Γράψε το αυτό στην καρδιά σου:
ο μόνος δρόμος που δεν σε προδίδει,
είναι ο δρόμος που βαδίζει κανείς
δίχως να μετράει τη σκιά του.
Εκεί, σ’ αυτόν τον αθέατο δρόμο,
σε περιμένει το φώς.
Από “Κούρο Αλέξανδρο”