Η οσιακή κοίμηση της μητέρας του Αγίου Ιακώβου (Τσαλίκη)

«Πέρασαν τά χρόνια καί ἤμουν σε ἡλικία εἴκοσι δύο ἐτῶν, ὅταν κάποια ἡμέρα με φώναξε ἡ μητέρα μου καί μοῦ λέει:
-Παιδί μου Ἰάκωβε, ἐγώ μετά τρεῖς ἡμέρες θά ἀπέλθω.
Τότε τῆς λέω:
-Τί θὰ πεῖ αὐτό μητέρα; Θά ἀπέλθεις, ποῦ θά ἀπέλθεις;
Κι ἐκείνη μοῦ ἀπάντησε.
-Παιδί μου μετά τρεῖς ἡμέρες θά φύγω, θά πεθάνω. Ηρθε ὁ ᾿Αγγελός μου καί μοῦ τό εἶπε.
-Εἶδες μητέρα μου τόν ῎Αγγελό σου; Πῶς ἦταν, πῶς τὸν εἶδες, τί σοῦ εἶπε;
-Τόν εἶδα παιδί μου. Πῶς ἦταν μή ρωτᾶς. Ηρθε καί μοῦ εἶπε:
«Θεοδώρα, μετά τρεῖς ἡμέρες, ὅταν ὁ ἥλιος ἀνέβει στην ᾿Ανατολή ἕνα καλάμι, θά ἔρθω νά σέ πάρω, κοίταξε νά ἑτοιμαστεῖς».

Τό πόσο στενοχωρέθηκα, ἔλεγε ὁ Γέροντας, ἀπό τά λόγια αὐτά εἶναι εὔκολο κανείς νά τό καταλάβει, ἄν λάβει ὑπ’ ὄψη του τό σύνδεσμο πού εἶχα μέ τή μητέρα μου, σύνδεσμο φυσικό καί συναισθηματικό, ἀλλά κυρίως πνευματικό, ψυχικό. Αμέσως σχεδόν ή μητέρα μου ἔπεσε ἄρρωστη βαριά, μᾶλλον ἀπό πνευμονία. Ήταν ἡμέρα Δευτέρα. Την Τετάρτη σηκώθηκε μέ κόπο, ἔβαλε τήν μοναδική ἀλλαξιά μέ ροῦχα πού εἶχε – ὅλα τά ἄλλα τά εἶχε δώσει ἐλεημοσύνη – ξάπλωσε πάνω σ’ ἕνα χράμι, κοιτάζοντας ἀνατολικά. Ὁ ἥλιος κόντευε νά φτάσει στό ὕψος ἑνός καλαμιοῦ, ὅταν μέ φώναξε, μ’ ἀγκάλιασε καί μοῦ δωσε τήν εὐχή της λέγοντας:
-Παιδί μου, παπᾶς να γίνεις καί τ᾿ ἀδέλφια σου τό χέρι νὰ σοῦ φιλήσουν. Ἐσύ θά πᾶς στόν προορισμό σου, ἀλλὰ σ᾽ ἀφήνω αὐτό τό βάσανο, τήν ἀδερφή σου. Προστάτεψέ την, ἀποκατάστησέ την καί μετά πηγαίνεις στόν προορισμό σου, μέ τήν εὐχή μου.
Αὐτά εἶπε, πῆρε τρεῖς ἤσυχες ἀναπνοές καί κοιμήθηκε. Θάνατος ἀληθινά ὁσιακός. Ἐγώ ἀπό τόν πόνο μου καί τή λύπη μου λυποθύμησα.

Πήγαινα συχνά στό νεκροταφεῖο καί ἔκλαιγα τόσο πολύ πάνω στόν τάφο τῆς μητέρα μου, πού λυποθυμοῦσα ἀπό τή μεγάλη μου στενοχώρια. Ἔλεγα:
-Ὁ Θεός μέ τιμώρησε καί πῆρε τή μητέρα μου κι ἐγώ δέν ξαναπηγαίνω ἄλλη φορά στήν ἐκκλησία.
Μοῦ παρουσιάστηκε τότε ἡ μητέρα μου στόν ὕπνο μου καί μοῦ λέει:
-Γιατί, παιδί μου Ἰάκωβε, ἔρχεσαι στό νεκροταφεῖο καί κλαῖς στὸ μνῆμα μου καί μέ τά δάκρυά σου μοῦ βρέχεις τή στολή μου; Ὁ Θεός δέ σέ τιμώρησε πού μέ πῆρε˙ ἐμένα ἦρθε ἡ ὥρα μου καί μέ πῆρε ὁ Θεός. Καί τό λόγο πού εἶπες ὅτι δὲν ξαναπηγαίνεις στήν ἐκκλησία νά μήν τόν ξαναπεῖς νά πηγαίνεις ὅπως πήγαινες. Ἔτσι παρηγορήθηκα καί ὑπάκουσα στ᾽ ἁγιασμένα της λόγια. Συνέχισα τήν ἴδια ἀσκητική ζωή, μέχρι τήν ἡλικία τῶν εἴκοσι ἑπτά ἐτῶν πού μέ πῆραν στρατιώτη».

Από το βιβλίο: “Όσιος Ιάκωβος” της Ι.Μ Οσίου Δαβίδ

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading