
Ἀπό τη μακρινή Ἀφρική, στην πόλη τῆς Θεσσαλονίκης, σ’ ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα νοσοκομεία της βρέθηκε ό Σαμουήλ, νεαρός Κονγκολέζος φοιτητής.
Ο καλός του Έπίσκοπος, ὁ ἱεραπόστολος στη μακρινή χώρα τῆς Ἀφρικῆς, τὸν συμπάθησε καθώς ἄκουσε την ιστορία του καὶ τὴν ξαφνική ασθένεια πού τόν ἐπισκέφθηκε καὶ θέλησε νὰ τὸν βοηθήσει φέρνοντάς τον στὴν Ἑλλάδα.
Θὰ ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε ὁ φιλόστοργος Ἐπίσκοπος γιὰ ν’ ἁπαλύνει τὸν πόνο αὐτοῦ τοῦ νέου, ποὺ ἡ σπάνια αρρώστια του, ἡ μυασθένεια, τοῦ δημιουργοῦσε συχνά σπασμοὺς καὶ τὸν ἐμπόδιζε νὰ κάθεται. Γι’ αὐτὸ τὶς περισσότερες ὧρες τῆς ἡμέρας ἦταν ξαπλωμένος ὁ Σαμουήλ, ἐνῶ τις ὑπόλοιπες στεκόταν ὄρθιος.
Ἄγνωστη σ’ αὐτὸν ἡ Ἑλλάδα. Εὐεργεσία βέβαια μεγάλη πού βρέθηκε στὸ πολυσύχναστο νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης μὲ τοὺς καλούς γιατρούς, ἀλλὰ τελείως μόνος. Κανένας δὲν τοῦ ἦταν γνώριμος, λίγοι τοῦ μιλοῦσαν κι ἐκεῖνος μὲ πολλή ὑπομονὴ περίμενε τὶς ἰατρικὲς ὁδηγίες. Οι γιατροί εἶχαν τὴν καλή διάθεση νὰ βοηθήσουν, ἔπρεπε ὅμως νὰ γίνουν οἱ ραίτητες εξετάσεις γιὰ νὰ ἐρευνήσουν τό πρόβλημα καὶ νὰ τὸν θεραπεύσουν.
Κανεἰς ὅμως δέν έρχόταν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ, κανένα συγγενικό πρόσωπο, κανένας φίλος γιὰ νὰ τοῦ συμπαρασταθεί. Μόνη του παρέα ή προσευχή καὶ μάλιστα ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἅγιο Νεκτάριο. Τὸν Ἅγιο ποὺ ἀγαποῦσε πολύ, γιὰ τὸν ὁποῖο πολλὰ εἶχε διαβάσει καὶ ἦταν βέβαιος ὅτι ὁ Ἅγιος αὐτὸς ποὺ τόσο πόνεσε στη ζωή του, ποὺ τόσο άδικήθηκε, θὰ στεκόταν «κυρηναῖος» στὸν δικό του πόνο, στη δική του ἀσθένεια, ποὺ τόσο τὸν βασάνιζε στὰ νεανικά του χρόνια.
Κάποιο βράδυ ὁ νεαρός Σαμουήλ αἰσθάνθηκε πολὺ ἔντονα τὴ μοναξιά. Λύγισε, δάκρυσε κι ένα παράπονο βγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη του:
–Γιατί νὰ πονῶ; Γιατί ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ περνῶ μόνος μου;
Σκούπισε τὰ δάκρυά του καὶ σιγά-σιγὰ ἀποκοιμήθηκε.
Κάποια στιγμὴ ἔνιωσε ἕνα έλαφρὸ σκούντημα ποὺ τὸν ξύπνησε. Ἦταν ἕνας ἱερέας μὲ λευκασμένα γένια καὶ μαλλιά, μὲ σεβάσμιο πρόσωπο, γλυκό καὶ φωτεινὸ βλέμμα. Τοῦ φάνηκε ὅτι ἔβλεπε ὄνειρο, ἀλλὰ δὲν ἦταν ὄνειρο, ἦταν ἀλήθεια. Ὁ παππούλης τοῦ μίλησε:
–Παιδί μου, δὲν εἶσαι μόνος, ἐδῶ θὰ εἶμαι, μαζί σου πάντοτε, ἀρκεῖ νὰ μὲ ἐπικαλεῖσαι… Μὴ φοβᾶσαι, εἶμαι μαζί σου, ὅ,τι θέλεις νὰ μοῦ τὸ ζητεῖς.
–Ποιός εἶσθε, πάτερ; ρώτησε μὲ ἀπορία ὁ Σαμουήλ, γιὰ ν’ ἀκούσει τὴν ἀπάντηση:
-Αὐτὸς ποὺ ἐπικαλεῖσαι.
Δὲν πρόλαβε τίποτε ἄλλο νὰ πεῖ, μόνο ζήτησε τὴν εὐχή του. Κι ἐκεῖνος τοῦ χαμογέλασε καὶ τὸν χαιρέτησε.
Δὲν ἄργησε ὠστόσο νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁ σεβάσμιος παππούλης δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν Ἅγιό του, τὸν ἀγαπημένο του ἄγιο Νεκτάριο, ποὺ συχνὰ τὸν ἐπικαλοῦνταν καὶ ποὺ εἶχε πάντα δίπλα, στο κομοδίνο του, τὴν εἰκόνα του. Ἦταν ή ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στὸ παράπονό του ὅτι ἔμεινε μόνος σὲ μιὰ ἄγνωστη χώρα μὲ σύντροφο μόνο τὸν πόνο. Ὁ Θεὸς τὸν παρηγόρησε στέλνοντας τὸν Ἅγιό του κοντά του. Πόσο χάρηκε ὁ Σαμουήλ, πόση δύναμη πῆρε!
Στη συνέχεια, στὴν πορεία τῆς θεραπείας του, ἔβλεπε συνεχῶς τὴν παρουσία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου στη ζωή του. Ἕνα ἀπαραίτητο μηχάνημα ποὺ ἐπέλεξαν οἱ γιατροί, μεγάλης χρηματικῆς ἀξίας, καὶ ἡ ἀγορά του ποὺ καλύφθηκε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Υγείας – έγκρίθηκε τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Νεκταρίου (3 Σεπτεμβρίου). Ή κρίσιμη έγχείρηση ἔγινε τὴν ἡμέρα ποὺ ἑόρταζε ὁ Ἅγιος, στὶς 9 Νοεμβρίου. Ὅ,τι εἶχε νὰ κάνει μὲ τὴν ὑπόλοιπη θεραπεία του, εἶχε σχέση μὲ ήμερομηνίες τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου! Ἦταν τόσο πιστὸς ὁ Ἅγιος στὴν ὑπόσχεση ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ἐκεῖνο τὸ βράδυ στὸ νοσοκομεῖο, ὅτι θὰ είναι μαζί του πάντοτε.
Αὐτὸς ἦταν ὁ προστάτης καὶ εὐεργέτης τῆς ζωῆς τοῦ Άφρικανοῦ Σαμουήλ. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος συνεχίζει νὰ τὸν προστατεύει, ἀκόμη καὶ τώρα ποὺ πλέον ἔχει δημιουργήσει τὴν καλή του οἰκογένεια. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀλησμόνητος φίλος του, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι μαζί του πάντοτε!
Από το περιοδικο : “Ο Σωτήρ”