ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΩΤΗΣ: «ΤΟ ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΠΑΡΑ ΝΑ “ΧΑΛΑΣΕΙ” ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ!…»

Ο Άγιος του Θεού νεομάρτυς Ιωάννης γεννήθηκε στη μικρή πόλη Γούβες της Μονεμβασίας και ήταν μοναχοπαίδι.
Ο πατέρας του Δημήτριος ήταν ιερέας και καταγόταν από το χωριό Γεράκι, όπου ήταν τότε η έδρα της Επισκοπής Έλους της Ιεράς Μητρόπολης Μονεμβασίας και Καλαμάτας. Χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Έλους Κύριλλο (1755 – 1769) και τοποθετήθηκε Εφημέριος της Ενορίας του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου Γουβών της Μονεμβασίας, τόπου καταγωγής της Πρεσβυτέρας του και μητέρας του Αγίου.

Ο μικρός Ιωάννης ήταν, όπως αναφέρει ο βιογράφος του, «πεπαιδευμένος τα ιερά γράμματα». Ο πατέρας του, ιερέας Δημήτριος, τον δίδασκε καθημερινά από τα ιερά βιβλία της Εκκλησίας μας και έτσι ο μικρός Ιωάννης απέκτησε πίστη δυνατή και θέληση ισχυρή, μιμούμενος τις μορφές των μεγάλων Αγίων και Οσίων της Εκκλησίας μας. Διατηρούσε δε πάντα στην καρδιά του τη συνείδηση ότι είναι γιος ιερέα και αυτός ήταν ο λόγος για την καθ’ όλα προσεκτική ζωή του.

Το 1770, όταν άρχισαν τα «Ορλωφικά», εξαπολύθηκαν από την «Υψηλή Πύλη» στην Πελοπόννησο 60.000 Αλβανοί με σκοπό να λεηλατήσουν και να κατασφάξουν τους Πελοποννησίους. Πάνω από 20.000 κάτοικοι πουλήθηκαν ως σκλάβοι. Οι περισσότεροι από τους εναπομείναντες σφαγιάστηκαν. «Η χερσόνησος ηρημώθη κατοίκων» γράφει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.

Αυτή η πλημμύρα του αίματος έπνιξε και την οικογένεια του μικρού Ιωάννη.
Ο πατέρας του, ιερέας Δημήτριος, σφαγιάστηκε μπροστά στο ποίμνιό του πρώτος απ’ όλους στην κεντρική πλατεία των Γουβών.
Ήταν ένας από τους 6.000 κληρικούς οι οποίοι, κατά τη μαρτυρία του Γάλλου Πρόξενου Πουκεβίλ, θανατώθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα.
Η μητέρα του μαζί με το δωδεκάχρονο Ιωάννη αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στη Λάρισα, όπου πουλήθηκαν από τους Αλβανούς δύο και τρεις φορές ο καθένας σκλάβοι και αγοράστηκαν από Τούρκους. Έτσι χωρίστηκαν μητέρα και γιος.

Μετά από δύο χρόνια πουλήθηκαν για ακόμα μια φορά και οι δύο και αγοράστηκαν, με θέλημα Θεού, από τον ίδιο πλούσιο Τούρκο, κάτοικο Λάρισας, ο οποίος είχε γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη. Τώρα η μητέρα και ο έφηβος γιος της ήταν πάλι μαζί και δόξαζαν το Θεό για αυτή την ευλογία.
Ο πλούσιος Τούρκος, στου οποίου την κυριότητα ανήκαν ο Άγιος και η μητέρα του δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο του. Θαύμαζε τον Άγιο για την αρρενωπότητα, την ευγένεια, την υπευθυνότητα, την υπακοή, αλλά και το αγέρωχο του χαρακτήρα του.

Αυτός και η σύζυγός του σκέφτηκαν να υιοθετήσουν τον ευγενή νέο κι έτσι να πραγματοποιήσουν τον ως τότε ανεκπλήρωτο πόθο τους να αποκτήσουν ένα παιδί πιστό σε αυτούς.
Αυτό όμως σήμαινε τον εκτουρκισμό και εξισλαμισμό του Ιωάννη, πράγμα το οποίο ο Ιωάννης δεν επρόκειτο να δεχτεί, επειδή μπροστά στα άγια μάτια του είχε την εικόνα του μάρτυρα πατέρα του και στα αυτιά του αντηχούσαν οι πατρικές νουθεσίες και διδασκαλίες περί της Ελληνορθόδοξης Πίστης μας.

Έφτασε η στιγμή όπου έκανε την πρόταση στον Ιωάννη και όπως ήταν φυσικό απέσπασε την άρνηση του Αγίου. Από τότε, σαν τύραννος, δεν έπαυε να ενοχλεί τον Ιωάννη να δεχτεί την παράλογη πρότασή του.
Χρησιμοποίησε κάθε μέσο προκειμένου να δελεάσει τον Άγιο να αρνηθεί τα πατρώα δόγματα και να ομολογήσει στη θρησκεία του Ισλάμ. Ενίοτε τον πίεζε με κολακείες και υποσχέσεις για πλούτο και αξιώματα, ενίοτε με απειλές για τιμωρίες και βασανιστήρια.

Ήταν τέτοια η μανία του άπιστου Αγαρηνού ζεύγους να παρασύρουν τον άγιο στα άνομα σχέδιά τους, ώστε χρησιμοποίησαν ακόμα και τη μαγεία.
Ο Ιωάννης όμως, ως πραγματικός στρατιώτης του Ιησού Χριστού ενδεδυμένος με την πανοπλία του Αγίου Πνεύματος, παρέμεινε στερεός και ανεπηρέαστος από «τας μεθοδείας του Διαβόλου», διατηρώντας την πίστη και την αγνότητά του.

Αφού ο άπιστος Αγαρηνός είδε ότι ο Άγιος δεν πτοείτο από τα πλούτη και τα αξιώματα, τα οποία του έταζε και δε φοβόταν καθόλου από τις απειλές, αλλά παρέμενε ακλόνητος στην Πίστη του, οργίστηκε και μια μέρα του Ιουλίου οδήγησε τον Άγιο, υπό την απειλή του ξίφους του σε ένα από τα μουσουλμανικά τεμένη (τζαμιά) της Λάρισας.
Εκεί έσπευσαν και άλλοι ομόδοξοι του Τούρκου και άρχισαν να εκφοβίζουν τον Ιωάννη και να τον απειλούν χτυπώντας τον και σπαθίζοντάς τον.

Ο δούλος του Θεού Ιωάννης παρέμεινε, ως γνήσιος Χριστιανός και Έλληνας που ήταν, ακλόνητος και αμετακίνητος στην πίστη του χωρίς να φοβηθεί ή να δειλιάσει στο παραμικρό.
Μάλιστα ομολόγησε με θάρρος: «Δε γίνομαι Τούρκος∙ εγώ χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να αποθάνω».
Όταν γύρισαν από το τζαμί, ο μεν Άγιος γεμάτος πληγές και αίματα, ο δε Αγαρηνός πολύ θυμωμένος και ντροπιασμένος από την ήττα του αναζητούσε αφορμή για να εκδικηθεί τον Άγιο. Και η αφορμή δόθηκε.

Έφτασε η ευλογημένη νηστεία της Υπεραγίας Θεοτόκου για τη γιορτή της τον Δεκαπενταύγουστο.
Ο Αγαρηνός, όπως και άλλοι ασεβείς διώκτες του Χριστού, επέμενε και πίεζε τον Άγιο να «χαλάσει» τη νηστεία και να αρτυθεί.
Δεν του έδινε φαγητό παρά μόνο αρτύσιμο. Βλέποντας ότι ο Άγιος περιφρονούσε τα ελκυστικά εδέσματα τα οποία του προσέφερε, έκλεισε τον Ιωάννη στο στάβλο μαζί με τα άλογα, τον κρέμασε από ένα δοκό και συχνά έβαζε φωτιά σε άχυρα κάτω από τα πόδια του Αγίου, ώστε αυτός να ζαλίζεται από τον καπνό και έτσι, μέσω της δυσκολίας στην αναπνοή, η ταλαιπωρία του να είναι μεγαλύτερη και διά της βίας να αποσπάσει τη συγκατάθεσή του στα φληναφήματά του.Καθ’ όλο το διάστημα της ιεράς νηστείας ο Ιωάννης υπέμεινε το μαρτύριο αυτό, καθώς και την πείνα και τον ξυλοδαρμό.

Ο μεγαλύτερος όμως πειρασμός τον οποίο υπέμεινε ο Άγιος ήταν η αντίδραση της μητέρας του. Πολλές φορές ο Αγαρηνός τον βασάνιζε μπροστά στα μάτια της.
Ποια μητέρα αντέχει να βλέπει τον αργό και βασανιστικό θάνατο του παιδιού της; Βλέποντας λοιπόν την άκαρδη και ανάλγητη συμπεριφορά του Τούρκου προς το γιο της, τα φρικτά βασανιστήρια τα οποία καθημερινώς υπέμενε ο Άγιος, το αίμα το οποίο έρρεε από τις πληγές του, λύγισε και εκλιπαρούσε θερμά το παιδί της να υποχωρήσει και να φάει.

Ισχυριζόταν πως αυτό δε θα λογιστεί ως δική του αμαρτία, αφού δεν θα καταλύσει τη νηστεία εκουσίως, αλλά κάτω από πίεση. Ο Ιωάννης παρέμεινε ανεπηρέαστος στα λόγια της μητέρας του. Αντιθέτως δε, την ενθάρρυνε και την ενδυνάμωνε λέγοντας: «Διά τι κάμνεις έτσι μητέρα μου;
Διά ποια αιτία κλαίεις;
Διά τι δεν μιμείσαι κι εσύ τον Πατριάρχην Αβραάμ, ο οποίος διά την αγάπην του πλάστου του ηθέλησε να θυσιάσει τον μονογενή του υιόν, μόνον κλαίεις, και θρηνείς διά λόγου μου;
Εγώ είμαι παπά υιός και πρέπει να φυλάττω καλύτερα από τους υιούς των λαϊκών τους νόμους και τα έθιμα της αγίας μας Εκκλησίας, διά τι όταν τα μικρά δεν φυλάττομεν, πώς ημπορούμεν να φυλάξωμεν τα μεγάλα;»

Δύο μήνες υπέφερε ο Άγιος νεομάρτυς Ιωάννης τα βασανιστήρια του τυράννου.
Βλέποντας ότι δεν είχε άλλες αντοχές και αισθανόμενος το τέλος της επίγειας ζωής του εξέφρασε στη μητέρα του την τελευταία του επιθυμία.
Παρακάλεσε λοιπόν τη μητέρα του να ενταφιάσει το σώμα του και να παραμείνει στη Λάρισα μέχρι τη στιγμή της εκταφής, για να παραλάβει τα οστά του και να τα μεταφέρει στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, τα Γουβιά της Μονεμβασίας…

[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ “Infognomon Politics”]

Discover more from Ι.Ν. ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ - ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΗΒΩΝ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading