
ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ Η ΠΡΩΤΗ ΘΥΓΑΤΕΡΑ
Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στην γυναίκα του που πήγαινε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους. Μια μέρα, εκεί που έβγαλε το ζεστό ψωμί και μοσχοβόλησε η γειτονιά, ήρθε και στάθηκε στην πόρτα του ένας φτωχός.
– Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου;
– Αμ’ τίνος να’ ναι;
– Και δεν τα τρως;
– Βρε φύγε από δω!