
Ποίημα του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή: Ὅταν ἄνοιξιν προσμένεις”
Ὅταν ἄνοιξιν προσμένεις καὶ ἔρχεται ἡ χειμωνιά,
ὅταν ἥλιον ἀναμένεις κι ἀντ᾿ αὐτοῦ ἡ σκοτεινιά,
ὅταν ράπισμα προσφέρουν, ἐνῷ δίδεις ἀσπασμούς,
εἶναι δύσκολον τῷ ὄντι, νὰ τὰ καταλάβῃ ὁ νοῦς.
Μὲ ὑπομονὴν καὶ ἀγάπην καὶ διὰ τῆς προσευχῆς
δείχνεις εἰς τὸν λοιδοροῦντα τὰ δρομάκια τῆς ψυχῆς.
Ἴσως κάποτε ἀγγίσουν τὴν γλυκεῖαν θαλπωρήν,
ὅταν πάλιν ἐπιστρέψουν εἰς τῆς πίστεως τὴν ἀρχήν.
Εἰς τὴν πατρικὴν ἑστίαν ἀναπαύεται ὁ υἱός,
μὲ τοῦ Γέροντος τὴν χεῖραν ξαποσταίνει ὁ μοναχός.
Από το βιβλίο: «Επιστολές και ποιήματα Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή»