




29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΠΡΩΤΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (ΠΑΠΑΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ) ΤΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ.
+ΔΕΥΤΕΡΑ ~ΩΡΑ 6.45 π.μ. ~ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟ, ΕΟΡΤΙΟΣ ΟΡΘΡΟΣ, ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.
Ο Άγιος Χρυσόστομος (κατά κόσμον Χρήστος Παπασαραντόπουλος, Βασιλίτσι Μεσσηνίας, 1903 – Κανάγκα, 29 Δεκεμβρίου 1972) ήταν Έλληνας ιερομόναχος και ιεραπόστολος, ο οποίος έδρασε στην Αφρική.
Ήταν ο δεύτερος Έλληνας ιεραπόστολος στην Αφρική, μετά τον πρωτοπόρο Μικρασιάτη αρχιμανδρίτη Νικόδημο Σαρίκα (1876–1941).
~Παιδικά χρόνια.
Ο κατά κόσμον Χρήστος Παπασαραντόπουλος γεννήθηκε στο χωριό Βασιλίτσι Μεσσηνίας από τον Θεόδωρο Παπασαραντόπουλο, με καταγωγή από την Τρίπολη Αρκαδίας και τη Σταυρούλα, το γένος Τρυγουρέα (μετέπειτα Σεβαστιανή μοναχή), και υπήρξε το έβδομο παιδί φτωχής κτηνοτροφικής οικογένειας.
Στα δέκα του χρόνια έχασε τον πατέρα του οπότε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο (ήταν στην τρίτη δημοτικού) για να δουλέψει.
Στα 15 του χρόνια, προκειμένου να ικανοποιήσει τη δίψα του για μελέτη και ησυχία έφυγε κρυφά από την οικογένειά του και εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι της Κορώνης, το οποίο όμως εγκατέλειψε σύντομα διότι τον επισκέπτονταν συχνά οι δικοί του και τον παρακαλούσαν να επιστρέψει στην οικογένειά του.
Στη συνέχεια μετακόμισε στην Καλαμάτα, στο γνωστό τότε μοναστήρι του Παναγουλάκη (ηγούμενος γνωστός για τις ακρότητες και τη σκληρή άσκηση στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό του και τους μοναχούς) και έμεινε εκεί ως μοναχός πλέον (π. Χρυσόστομος).
Οι υπερβολές και η σκληρή ζωή του ασκητηρίου εκείνου τον κατέβαλαν και του άφησαν μόνιμο πρόβλημα υγείας.
~Πρώιμη εκκλησιαστική δραστηριότητα.
Μετά την απόλυσή του από τον στρατό, χειροτονήθηκε ιερέας (4η Μαΐου 1926) και διορίστηκε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Γαρδικίου Μεσσηνίας.
Μαζί του πήρε και τη αδερφη του την οποία έκειρε μοναχή.
Για χρόνια υπηρέτησε τα γύρω χωριά ως εφημέριος.
Εδώ ο π. Χρυσόστομος βρήκε χρόνο να μελετήσει και να τελειώσει το δημοτικό ως κατ’ οίκον διδαχθείς.
Επίσης, ασχολήθηκε και με την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας.
Μετά τη διάλυση της Μονής Γαρδικίου (λόγω έλλειψης μοναχών), ο π. Χρυσόστομος μετατέθηκε στο Μετόχι της Μονής Βουλκάνου Μεσσηνίας.
Ηγούμενος διετέλεσε ακολούθως και στην Ιερά Μονή Φανερωμένης Σαλαμίνας, όπου παρέμεινε μέχρι το 1941.
Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα και εγγράφηκε ως αδελφός στην Ιερά Μονή Πετράκη, όπου και ασχολήθηκε με την εξομολήγηση ανθρώπων όλων των ηλικιών και έγινε ιδιαίτερα αγαπητός.
Στα χρόνια της Κατοχής ο π. Χρυσόστομος βρέθηκε στην Έδεσσα, όπου και υπηρέτησε ως Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος και πρωτοσύγκελος.
Την περίοδο 1947-49 διετέλεσε εφημέριος στη Μικρασιατική ενορία της Αγίας Παρασκευής Νέας Κρήνης της Θεσσαλονίκης.
Μετά, βρέθηκε στην Αθήνα, όπου κατάφερε να πάρει το απολυτήριου του Γυμνασίου ως κατ’ οίκον διδαχθείς.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε ξανά στη Μονή Πετράκη της Αθήνας, όπου και πήρε την απόφαση να εγγραφεί στη Θεολογική Σχολή της Αθήνας.
Στα 55 του χρόνια (1958) έλαβε το πτυχίο που τόσο επιθυμούσε. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα, είχε έρθει σε επαφή με κάποιους Αφρικανούς συμφοιτητές του και μάθαινε για την Αφρική.
Με τις επαφές αυτές γεννήθηκε η ιδέα της ιεραποστολής στην Αφρική.
~Αφρική – Ουγκάντα.
Στα 57 του χρόνια έλαβε την απόφαση να κατέβει στην Αφρική με ιεραποστολικό σκοπό.
Ο τότε Αρχιεπίσκοπος αλλά και όλοι οι γνωστοί του τον αποθάρρυναν, προβάλλοντας ως δικαιολογίες το προχωρημένο της ηλικίας και την κατάσταση της υγείας του.
Σε μία επίσκεψη του στους Αγίους Τόπους συνάντησε τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστοφόρο, από τον οποίο πήρε ευλογία και συνέχισε προς την Αφρική.
Σε λίγες μέρες βρέθηκε στην Ουγκάντα. Έγραψε για τις πρώτες δυσκολίες που συνάντησε: «ούτε κατοικία, ούτε ναός, ούτε κλήρος.…αι ολίγαι ελληνικαί οικογένειαι, μίλια μακρυά η μία από την άλλην. Οι μαύροι Ορθόδοξοι, ομοίως διεσπαρμένοι κατά δεκάδας και εκατοντάδας μιλίων εις τα 4 σημεία του ορίζοντος. Οι ιθαγενείς ιερείς αδαέσταται και επτοημένοι…».
Ανοίγεται λοιπόν σε μια ευρεία αλληλογραφία.
Έγραφε σε φίλους, συγγενείς, γνωστούς που μπορεί να βοηθήσουν με οποιονδήποτε τρόπο.
Έτσι, άρχισε σιγά σιγά να δέχεται βοήθεια από την Ελλάδα, την Ευρώπη, την Αμερική (επιταγές, δέματα με ρουχισμό, σκεύη κ.ά.)
Έγραψε: «στις 22 λήγοντος μηνός (Μαρτίου) 1961 ετελέσθησαν τα εγκαίνια του μικρού Ναού της Ιεραποστολής μας.… Λουγκάντα δεν έμαθα ακόμη, έχω μάθει όμως αρκετά «Σουαχίλι».
Τα λέγω ανακατωτά με τα αγγλικά και συνεννοούμαι σχεδόν καλά».
Κατηχούσε, δίδασκε, λειτουργούσε.
Πλήθος ιθαγενών βαπτίσθηκε από τον ίδιο ενώ προετοίμασε και οδήγησε στην ιερωσύνη κατάλληλα πρόσωπα.
~Κένυα, Τανζανία, Κογκό.
Εξάπλωσε την Ιεραποστολή στις γειτονικές Κένυα και Τανζανία. Στο Ναϊρόμπι της Κένυα δημιούργησε άλλον ιεραποστολικό σταθμό: «το έργον προχωρεί, η Ορθοδοξία εξαπλούται».
Μετέφρασε στη Σουαχίλι τη Θεία Λειτουργία και διάφορες προσευχές.
Έκανε διαρκώς εκκλήσεις για βοήθεια μέσω αλληλογραφίας προς την Ελλάδα και προσκάλεσε ανθρώπους να βοηθήσουν στο έργο του, χωρίς όμως ανταπόκριση.
Στη συνέχεια ξεκίνησε για το Κονγκό, τη νεοπαγή Δημοκρατία του Ζαΐρ.
Εκεί συνάντησε ακόμα μεγαλύτερη ανταπόκριση από τους ιθαγενείς. Ωστόσο υπήρχε τεράστια έλλειψη σε συνεργάτες αλλά και υλική βοήθεια.
~Κοίμησή του.
Τη 13η Δεκεμβρίου 1972, κατά τη διαδρομή από την Κανάγκα στο Μπουζμάζι, τον κατάβαλε μια ακατάσχετη ρινορραγία.
Επέστρεψε στην Κανάγκα, λειτούργησε τα Χριστούγεννα και τελικά αναπαύθηκε εν Κυρίω την 29η Δεκεμβρίου 1972 στο νοσοκομείο της Κανάγκα, σε ηλικία 69 ετών.
Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Κανάνγκα και στις 21 Δεκεμβρίου 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του, τα οποία ενταφιάστηκαν εκ νέου στον κήπο του Ναού του Αγίου Ανδρέα στο Ιεραποστολικό Κέντρο της Κανάγκα.
Ο Αγιος Χρυσόστομος άνοιξε το δρόμο για την ορθόδοξη Ιεραποστολή στην Αφρική.
Ξεκίνησε ολομόναχος, χωρίς κανενός είδους βοήθεια, υλική ή ηθική, στα 50 του χρόνια, αγνοώντας το πρόβλημα υγείας του αλλά και όποιο άλλο πρόβλημα πιθανόν να συναντούσε (γλώσσα, αντιμετώπιση από ιθαγενείς αλλά και την Ελλαδική Εκκλησία κ.ά.) και βρέθηκε στην Αφρική να κηρύξει το λόγο του Ευαγγελίου.
Κοιμήθηκε στην Αφρική, έχοντας αρχίσει ένα τεράστιο έργο το οποίο συνεχίστηκε με μεγάλη επιτυχία.
Ο άνθρωπος αυτός, παράδειγμα αυταπάρνησης, παραμένει μέχρι και σήμερα άγνωστος. Οι αναφορές σε αυτόν είναι λίγες και πολλοί φαίνεται να ξεχνούν την προσφορά του στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή.
Η κατάταξή του ως Αγίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στις 8 Οκτωβρίου 2025 και η Μνήμη του γιορτάζεται στις 29 Δεκεμβρίου, ημερομηνία κοιμήσεώς του.
[ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ”ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ”]
(Οι φωτογραφίες 2, 4 και 5 προέρχονται από τη Σελίδα ”ΡΟΜΦΕΑ”]